ἄχυ

ἄχυ, Hebr.
A ā[hudot ]ū, quill-cassia, Dsc.1.13.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀχυρόν — ἀχῡρόν , ἀχυρός chaff heap masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχυρός — ἀχῡρός , ἀχυρός chaff heap masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τρήρων — ωνος, ὁ, ἡ, Α 1. ως επίθ. (για άγρια περιστέρια) δειλός, φοβιτσιάρης («πέλειαι τρήρωνες», Ομ. Οδ.) 2. το θηλ. ως ουσ. α) το θηλυκό περιστέρι β) μτφ. χαρακτηρισμός γυναίκας. [ΕΤΥΜΟΛ. < Το ουσ. τρήρ ων έχει σχηματιστεί με επίθημα ων, ωνος (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • κἀχύρων — ἀχύρων , ἄχυρον chaff neut gen pl ἀχύρων , ἄχυρος chaff heap masc gen pl ἀχύ̱ρων , ἀχυρός chaff heap masc gen pl ἀ̱χύρων , ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱χύρων , ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύροις — ἄχυρον chaff neut dat pl ἄχυρος chaff heap masc dat pl ἀχύ̱ροις , ἀχυρός chaff heap masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύροισι — ἄχυρον chaff neut dat pl (epic ionic aeolic) ἄχυρος chaff heap masc dat pl (epic ionic aeolic) ἀχύ̱ροισι , ἀχυρός chaff heap masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύροισιν — ἄχυρον chaff neut dat pl (epic ionic aeolic) ἄχυρος chaff heap masc dat pl (epic ionic aeolic) ἀχύ̱ροισιν , ἀχυρός chaff heap masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύρου — ἄχυρον chaff neut gen sg ἄχυρος chaff heap masc gen sg ἀχύ̱ρου , ἀχυρός chaff heap masc gen sg ἀ̱χύρου , ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀχυρόω mix chaff pres imperat act 2nd sg ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύρων — ἄχυρον chaff neut gen pl ἄχυρος chaff heap masc gen pl ἀχύ̱ρων , ἀχυρός chaff heap masc gen pl ἀ̱χύρων , ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱χύρων , ἀχυρόω mix chaff imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀχυρόω mix chaff imperf …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχύρῳ — ἄχυρον chaff neut dat sg ἄχυρος chaff heap masc dat sg ἀχύ̱ρῳ , ἀχυρός chaff heap masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄχυρον — chaff neut nom/voc/acc sg ἄχυρος chaff heap masc acc sg ἄχῡρον , ἀχυρός chaff heap masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.